εννοηματικός

-ή, -ό (AM ἐννοηματικός, -ή, -όν) [εννόημα]
ο γεμάτος διανοήματα, ο διανοητικός
αρχ.
μτφ.
1. υποκειμενικός
2. επουσιώδης
4. εφευρετικός.
επίρρ...
εννοηματικώς
1. με διανοήματα
2. εμφαντικώς
3. εφευρετικώς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐννοηματικός — notional masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματικά — ἐννοηματικός notional neut nom/voc/acc pl ἐννοηματικά̱ , ἐννοηματικός notional fem nom/voc/acc dual ἐννοηματικά̱ , ἐννοηματικός notional fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματικῶν — ἐννοηματικός notional fem gen pl ἐννοηματικός notional masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματικόν — ἐννοηματικός notional masc acc sg ἐννοηματικός notional neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματικαί — ἐννοηματικός notional fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματικοῖς — ἐννοηματικός notional masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματικοί — ἐννοηματικός notional masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματικοῦ — ἐννοηματικός notional masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματική — ἐννοηματικός notional fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοηματικήν — ἐννοηματικός notional fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.